Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

ΑΝΤΙΟΞΕΙΔΩΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗ


Στη διατροφή και γενικότερα στην προστασία των τροφίμων χρησιμοποιούμε διάφορες προσθετικές ύλες τέτοιες είναι τα αντιοξειδωτικά.
Τα αντιοξειδωτικά είναι οργανικές ενώσεις που εμποδίζουν ή επιβραδύνουν τη διαδικασία της οξείδωσης, Η οποία προκαλείται από το ατμοσφαιρικό οξυγόνο και το οξειδωτικό τάγγισμα των λιπών. Με αποτέλεσμα να διατηρούνται τα τρόφιμα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Τα περισσότερα αντιοξειδωτικά είναι αρωματικές ενώσεις που διαθέτουν μια τουλάχιστον υδροξυλική ή αμινική ομάδα.
Τα αντιοξειδωτικά χρησιμοποιούνται κυρίως σε συνδυασμό με τους λεγόμενους συνεργούς, σταθεροποιητές και συμπλοκοποιητές.
Οι κυριότερες αντιοξειδωτικές ουσίες είναι οι βιταμίνες Α, Ε, C, το β-καροτένιο, το σελήνιο (Se), οι θειώδεις ενώσεις. Στα αντιοξειδωτικά κατατάσσονται ο σίδηρος (Fe), ο ψευδάργυρος (Zn), ο χαλκός (Cu), ο οποίος είναι απαραίτητος για την λειτουργία πολλών ενζύμων του ανοσοποιητικού συστήματος, το μαγγάνιο (Mn), οι πρωτεΐνες, τα φυσικοχημικά παράγωγα (ισοφλαβόνες, πολυφαινόλες, κατεχίνες), οι μεταλοπορφυρίνες, η κυστεΐνη και το α-λιποϊκό οξύ.
Τα διακρίνουμε σε συνθετικά (τεχνητά) και φυσικά αντιοξειδωτικά. Τα πιο γνωστά συνθετικά είναι η βουτυλιωμένη υδροξυνιασόλη (BHAE320), το βουτυλιωμένο υδροξυνισόλη (BHT-E321), ο προπυλικός εστέρας του γαλλικού οξέος ή propyl gallate (PG-E310) και η διτριτοταγής-βουτυλο-υδροκινόνη (TBHQ). Τα τρία πρώτα χρησιμοποιούνται σε τρόφιμα όπως λαρδί σούπες, πατατάκια και κράκερ σε συγκεντρώσεις περίπου 200ppm. Τα φαινολικά αντιοξειδωτικά δεν είναι αβλαβή, γι’ αυτό και η χρήση τους έχει απαγορευθεί στις παιδικές τροφές. Τοξικολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα BHT, BHA και οι εστέρες του γαλλικού οξέος μπορεί να προκαλέσουν αλλοιώσεις στο ήπαρ, νεφρούς, δερματίτιδας, αλλεργικές αντιδράσεις και αναστολή της ανάπτυξης στα πειραματόζωα.
Φυσικά αντιοξειδωτικά είναι η α-γ-δ τοκοφερόλη (Ε300-309), οι βιταμίνες C (E300) και Ε (Ε306), το ασκορβικό νάτριο (Ε301) και ασβέστιο (Ε302), η λεκιθίνη (Ε322), το κιτρικό οξύ (Ε330), το τρυγικό οξύ (Ε334), το φωσφορικό οξύ (Ε338), το διοξείδιο του θείου SO2 (E220), ο παλμιτικός εστέρας της βιταμίνης C ή L-ασκορβικού οξέος (Ε304), οι πολυφαινόλες (πράσινο τσάι), οι κατεχίνες, τα καροτένια, το δενδρολίβανο. Η βιταμίνη Ε χρησιμοποιείται στο μπέικον, ενώ η βιταμίνη C παρεμποδίζει την καστάνωση στα κατεψυγμένα τρόφιμα και δρα έμμεσα ως αντιοξειδωτικό σε συνεργεία με την τοκοφερόλη. Γνωρίζουμε ότι οι ελεύθερες ρίζες του οξυγόνου, που παράγονται ως προϊόντα μεταβολισμού, είναι εξαιρετικά ενεργές και αφαιρούν υδρογόνα από τα πλησιέστερα διαθέσιμα μόρια λιπών, πρωτεΐνης, υδατάνθρακα ή DNA με σοβαρές συνέπειες. Τα αντιοξειδωτικά δρουν ως αποσβέστες των ελεύθερων ριζών δεσμεύοντάς τες ή αναστέλλοντας την παραγωγή τους. Άλλα φυσικά αντιοξειδωτικά είναι οι φαινόλες-πολυφαινόλες (δενδρολίβανο, λαχανικά, φρούτα, κρασί), η υδροξυτυροσόλη του ελαιολάδου, το φυλλικό οξύ, το D-λεμονέλαιο (στην επιφάνεια των εσπεριδοειδών) και τα προϊόντα allium (σκόρδο, κρεμμύδι και πράσο.
Τα αντιοξειδωτικά ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους κατατάσσονται στις παρακάτω κατηγορίες:
1.      Πρωτοταγή: φαινόλες, τοκοφερόλες.
2.     Δεσμευτές οξυγόνου: ασκορβικό οξύ και οι εστέρες του.
3.      Δεσμευτές μετάλλου: κιτρικό οξύ, ταρταρικό οξύ. EDTA.
4.      Αποσβέστες διεγερμένου οξυγόνου: β-καροτένια, τοκοφερόλες.
5.      Αναγωγικά που αναγεννούν τα φαινολικά αντιοξειδωτικά.
6.     Ένζυμα και πρωτεΐνες: υπεροξειδάση ή αναγωγάση της γλουταθειόνης, καταλάση, υπεροξειδική δισμουτάση.
7.      Πολλαπλής δράσης: φωσφολιπίδια.

Πίνακας με τις αντιοξειδωτικές ουσίες στην διατροφή
ΑΝΤΙΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ
ΧΡΗΣΗ ΣΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ
ΠΗΓΗ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ
ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΠΡΟΣΛΗΨΗ
Σίδηρος Fe
Αιμοσφαιρίνη, καταλάση, λειτουργία μιτοχονδρίων.
Κρέας, ήπαρ, στρείδια, αλεύρι, αυγά, λαχανικά, αποξηραμένα φρούτα
8,7mg
Μαγγάνιο Mn
Λειτουργία μιτοχονδρίων
Φασόλια, αρακάς, μπανάνες
2,3mg
Χαλκός Cu
Σερουπλασμίνη Cu/Zn-SOD
Ξηροί καρποί, κακάο, κρέας, ζύμη
1,2mg
Ψευδάργυρος Zn
Λειτουργία ενζύμου Cu/Zn-SOD

9,5mg
Σελήνιο Se
Θυρεοειδής, υπεροξειδάση γλουταθειόνης
Ψάρια, οστρακοειδή, αυγά, κοτόπουλο, σκόρδο, κόκκινο κρέας
55-75mg
Πρωτεΐνες
Αμινοξέα που περιέχουν θείο


Βιταμίνη Ε
Προστασία λιπιδίων και μεμβρανών από υπεροξείδωση.
Φύτρο σιταριού, καρύδια, φυτικά έλαια, σπόροι ιχθυέλαια
>4mg
Βιταμίνη C
Υδροξυλάσες, ανακύκλωση βιταμίνης Ε
Κίτρα, φράουλες, μπρόκολο, παπάγια, πράσινα λαχανικά
40mg
β-καροτένια
Αντικαρκινογόνος δράση και προστασία από καρδιοαγγειακά
Πορτοκάλι, τομάτες, πράσινα λαχανικά, βερίκοκα, ροδάκινα
700mg
Φυτοχημικά παράγωγα πολυφαινόλες κατεχίνες

Σόγια, τσάι, κόκκινο κρασί, κρεμμύδια, ρίγανη, θυμάρι

Ζωοχημικά παράγωγα

Ειδικά εντόσθια, ψάρι, κρέας


Κωνσταντίνος Αλ. Πετρόπουλος
Διαιτολόγος - Διατροφολόγος  

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΗ ΑΝΤΙΘΡΟΜΒΩΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ


Με τον όρο θρόμβωση περιγράφουμε την δημιουργία ενός θρόμβου αίματος. Έτσι θρόμβωση έχουμε κάθε φορά που ενεργοποιείτε ο μηχανισμός πήξεως του αίματος όπως σε περιπτώσεις τραυματισμών για να σταματήσει η αιμορραγία. Η λήψη μιας αντιπηκτικής – αντιθρομβωτικής αγωγής, έχει ως σκοπό την παρεμπόδιση του σχηματισμού και τον περιορισμό της επεκτάσεως του θρόμβου στον αυλό των αγγείων.
Ιδιαίτερα γνωστή περίπτωση θρόμβωσης είναι η στεφανιαία νόσο, όπου δημιουργείται ένας θρόμβος όχι λόγω εξωτερικού τραυματισμού, αλλά λόγω βλάβης των τοιχώματος των αρτηριών. Μια άλλη περίπτωση είναι του εμφράγματος, όπου έχουμε τον σχηματισμό θρόμβου, ο οποίος φράσει εντελώς την αρτηρία με αποτέλεσμα το αίμα να μην μπορεί περάσει στο τμήμα του καρδιακού μυός που βρίσκεται μετά τον θρόμβο. Μια ακόμα περίπτωση θρόμβου που προκαλεί πρόβλημα είναι η πνευμονική εμβολή.
Για την καταπολεμήσουμε τον θρόμβο βασικό είναι χορηγηθεί αντιπηκτική αγωγή, δηλαδή φαρμάκων με τα οποία μειώνεται η ταχύτητα πήξης του αίματος και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την ελάττωση της πιθανότητας εμφάνισης θρόμβου. Έχουμε διάφορες κατηγορίες αντιπηκτικών φαρμάκων και ανάλογα την περίπτωση έχουμε και προσαρμογή της θεραπευτικής αγωγής.
Σκευάσματα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των θρόμβων είναι:
Τα αντιαιομεταλικά, τα οποία είναι φάρμακα που αποτρέπουν τη συσσώρευση και συγκόλληση των αιμοπεταλίων. Είναι απαραίτητα για πάσχοντες από: στεφανιαία νόσο, στενώσεις καρωτίδων, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, περιφερική αρτηριοπάθεια σε ασθενείς με συμπτώματα αθηροσκλήρωσης. Φάρμακο που χρησιμοποιείτε ως αντιαιμοπεταλικό είναι η ασπιρίνη.
Τα αντιπηκτικά που αναστέλλουν τη θρομβίνη, καθώς και παράγοντες που συμμετέχουν στο μηχανισμό της πήξης του αίματος όπως:
Η ηπαρίνη, η οποία χορηγείται παρεντερικά και συνήθως ενδονοσοκομειακά για οξείες καταστάσεις). Οι ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ, τα οποία είναι γνωστά και ως κουμαρινικά (Sintrom). Εδώ θα πρέπει να τονιστεί, ότι όταν έχουμε χρήση φαρμάκων που δρουν ανταγωνιστικά  της βιταμίνης Κ (Sintrom) θα πρέπει να γίνεται τακτικά έλεγχος του χρόνου προθρομβίνης INR κάθε 15-20 ημέρες, έτσι ώστε ο ασθενής  να κρατάει τις τιμές σταθερές μέσα στα πλαίσια που εξαρτώνται από την πάθηση για την οποία λαμβάνει την αντιπηκτική αγωγή. Όσο πιο μεγάλη είναι η τιμή του χρόνου προθρομβίνης, τόσο μεγαλύτερο είναι το αντιπηκτικό αποτέλεσμα και κατά συνέπεια αυξάνεται και ο κίνδυνος αιμορραγίας σε ατυχήματα, καθώς  δεν έχουμε εύκολη πήξη του αίματος.

Καθώς τα αντιπηκτικά αυτού του τύπου λειτουργούν ανταγωνιστικά με την βιταμίνη Κ πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην διατροφή των ατόμων που τα λαμβάνουν. Έτσι η κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε βιταμίνη Κ (κυρίως τα πράσινα λαχανικά) θα πρέπει να είναι όσο το δυνατών ισορροπημένη, ώστε η δοσολογία του φαρμάκου να είναι σταθερή. Αξίζει να τονιστεί ότι στα μαγειρεμένα λαχανικά η προσφερόμενη Βιταμίνη Κ είναι αρκετά μεγαλύτερη.
Σημαντικός, όμως είναι και ο τρόπος κατανάλωσης, καθώς για παράδειγμα μισό φλιτζάνι (1/2) βρασμένο μπρόκολο (270mg) την ημέρα για τέσσερις ημέρες είναι προτιμότερο από δύο φλιτζάνια μαγειρεμένο μπρόκολο (1080mg) σε μία ημέρα.
Όταν γίνεται αλλαγή στην διατροφή όπως στην περίοδο της νηστείας χρειάζεται προσοχή, πολλές φόρες είναι και απαγορευτική, όσον αφορά στους ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτική αγωγή, καθώς οι απότομες αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες μπορεί να οδηγήσουν σε απόφραξη των βαλβίδων της καρδιάς, υποβάλλοντας σε κίνδυνο τη ζωή του ασθενούς.
Προσοχή χρειάζεται στην κατανάλωση αλκοόλ καθώς μεταβολίζεται στο ήπαρ, όπως και τα αντιπηκτικά.

Πίνακας τροφίμων που επηρεάζουν την δράση των κουμαρινικών λόγω περιεκτικότητας σε Βιταμίνη Κ

ΤΡΟΦΙΜΟ
ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΒΙΤ. Κ ΣΕ mg/100gr ΤΡΟΦΙΜΟΥ
ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΑ

Βούτυρο
30
Τυριά
35
Γάλα αγελάδας
1
ΑΥΓΑ
11
ΚΡΕΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΚΡΕΑΤΟΣ

Μπέικον
46
Συκώτι μοσχαρίσιο
92
Συκώτι πουλερικών
7
Συκώτι χοιρινό
25
Ζαμπόν
15
Φιλέτο χοιρινό
11
ΛΙΠΑΡΑ

Μοσχαρίσιο λίπος
15
Ηλιέλαιο
3
Ελαιόλαδο
46
Σογιέλαιο
193
ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΑ

Ψωμί
4
Καλαμπόκι
5
Ρύζι
3
Σιτάλευρο
4
Αλεύρι ολικής άλεσης
17
ΛΑΧΑΝΙΚΑ

Σπαράγγια
57
Φασόλια
40
Μπρόκολο
175
Λάχανο
125
Λάχανο κατσαρό
729
Αγγούρι
129
Μπιζέλια
29
Σπανάκι
415
Τομάτες
10
Ρέβα
650
Νεροκάρδαμο
80
ΦΡΟΥΤΑ

Αχλάδι
8
Σταφίδα ξερή
6
Φράουλα
10
ΠΟΤΑ- ΡΟΦΗΜΑΤΑ

Καφές
38
Κόλα
2
Τσάι πράσινο
712
ΚΑΠΝΟΣ

Τσιγάρα
5000

Κωνσταντίνος Αλ.Πετρόπουλος
Διαιτολόγος - Διατροφολόγος  

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

ΔΥΣΑΝΕΞΙΑ ΣΤΗ ΛΑΚΤΟΖΗ


Η λακτόζη είναι ένας δισακχαρίτης (γλυκόζη + γαλακτόζη) που βρίσκεται στο γάλα αμέσως μετά το νερό σε υψηλότερη αναλογία 2,2-7,0% (στο αγελαδινό γάλα είναι 4,2-5,2% ενώ στο γάλα της γυναίκας είναι 6,5-7%).
Η διάσπαση της λακτόζης σε μονοσακχαρίτες πραγματοποιείται με την βοήθεια του ενζύμου λακτάση (βρίσκεται στο λεπτό έντερο) και αποτελεί πηγή ενέργειας για τον οργανισμό, όμως μετά τον απογαλακτισμό η έκκριση του ενζύμου περιορίζεται σημαντικά ή σταματά με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να μην χρησιμοποιούν πλήρως ή καθόλου τη λακτόζη.
Η αδιάσπαστη λακτόζη στο λεπτό έντερο λειτουργεί ωσμωτικά με αποτέλεσμα να αυξάνεται η παραγωγή των υγρών και ηλεκτρολυτών και συνεπώς να έχουμε επιτάχυνση του χρόνου διάβασης της λακτόζης από το λεπτό έντερο και να συνυπάρχουν μετεωρισμός και ισχυρά κοιλιακά άλγη. Στην συνέχεια περνάει αδιάσπαστη στο παχύ έντερο, όπου με την επίδραση της εκεί χλωρίδας παράγεται οξικό και κυρίως γαλακτικού οξέος από την μικροβιακή ζύμωση των σακχάρων, με αποτέλεσμα επιδείνωση της κατάστασης. Επίσης με τον ίδιο τρόπο παράγονται διοξείδιο του άνθρακα και αέριο υδρογόνο τα οποία επιβαρύνουν το μετεωρισμό και την κοιλιακή δυσφορία.
Έχουμε τρεις κύριους τύπους δυσανεξίας στην λακτόζη.
1.   Την Πρωτοπαθή, όπου η ανεπάρκεια της λακτάσης αναφέρεται στην γενετικά προκαθορισμένη πτώση της δραστικότητας του ενζύμου.
2.   Τη Δευτεροπαθή, η οποία μπορεί να προκληθεί εξαιτίας κάποιας ασθένειας ή παθολογικών καταστάσεων και σε ένα άτομο με φυσιολογικό αρχικά βλεννογόνο εντέρου. Αίτια δευτεροπαθούς ανεπάρκειας της λακτάσης είναι: γαστρεντερίτιδα, λοιμώξεις από παράσιτα (λάμβλια), νόσος Crohn, κοιλιοκάκη, αφαίρεση μεγάλου τμήματος του λεπτού εντέρου, φαρμακευτική αγωγή (χημειοθεραπεία).
3.   Τη Συγγενή, ανεπάρκεια σε λακτάση, η οποία είναι εξαιρετικά σπάνια και μεταδίδεται με τον αυτοσωματικό υπολειπόμενο τύπο κληρονομικότητας, που συνοδεύονται από πλήρη απουσία της λακτάσης.

Κλινικά η διάγνωση της δυσανεξίας στη λακτόζη δεν είναι εύκολη υπόθεση, λόγω της ποικιλομορφίας των συμπτωμάτων. Αν τα συμπτώματα παρουσιάζονται αμέσως μετά τη λήψη της λακτόζης, η διάγνωση είναι πιο εύκολη. Όταν τα συμπτώματα εμφανίζονται στα πρώτα 30 λεπτά μετά τη λήψη της λακτόζης, έχουμε εμφάνιση ναυτίας και ένα αίσθημα πληρότητας του στομάχου (φούσκωμα). Ενώ, όταν αυτά εμφανίζονται από 2-6 ώρες αυτά είναι ο κοιλιακός πόνος, αυτός εντοπίζεται γύρω από τον ομφαλό ή στο κάτω μέρος της κοιλιάς, θόρυβοι στο έντερο, το φούσκωμα, η έκλυση αερίων και η διάρροια. Η τυπική διάρροια χαρακτηρίζεται από υδαρή, ογκώδη και αφρώδη κόπρανα.
Η διάγνωση της δυσανεξίας στη λακτόζη μπορεί να γίνει με διάφορα τεστ, όπως τα τεστ ανοχής στην λακτόζη, η μέτρηση του pH των κοπράνων τα οποία είναι όξινα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις ηλικίες. Πιο ειδική εξέταση είναι το τεστ αναπνοής μέσω μέτρησης υδρογόνου στον εκπνεόμενου αέρα η οποία μπορεί να γίνει μετά την ηλικία των 6 ετών.
Η αντιμετώπιση της δυσανεξίας στη λακτόζη περιλαμβάνει το περιορισμό της λακτόζης στη δίαιτα, την υποκατάσταση της από εναλλακτικές θρεπτικές ουσίες, την παροχή της απαραίτητης ποσότητας ασβεστίου από άλλες πηγές τροφίμων και τη λήψη υποκατάστατων του ενζύμου της λακτάσης. Η ανάγκη για τον διαιτητικό περιορισμό της λακτόζης εξατομικεύεται ανάλογα με την ανοχή του κάθε ατόμου.
Οι ασθενείς με ανεπάρκεια λακτάσης μπορούν να ακολουθήσουν μία δίαιτα ελεύθερης λακτόζης, τη στιγμή της διάγνωσης ώστε να εξαλειφθούν τα συμπτώματα και στην συνέχεια να επανεισάγουν τη λακτόζη στη διατροφή τους, αυξάνοντας την σταδιακά, έως ότου βρεθεί η ποσότητα που προκαλεί τα συμπτώματα. Εκτός από τα γάλατα ελεύθερης ή μειωμένης λακτόζης μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα γάλατα σόγιας που δεν περιέχουν λακτόζη.
Τα γαλακτοκομικά προϊόντα διαφέρουν ως προς την περιεκτικότητά τους σε λακτόζη. Το φρέσκο γάλα έχει την υψηλότερη περιεκτικότητα. Τα άτομα με ενδείξεις δυσανεξίας στη λακτόζη μπορούν να ανεχθούν γάλατα που έχουν υποστεί ζύμωση καθώς η περιεκτικότητα του γάλατος σε λακτόζη μειώνεται σημαντικά μετά την κατεργασία αυτή. Στο εμπόριο υπάρχουν γάλατα 70-80% λιγότερη λακτόζη που είναι ανεκτά από τα άτομα με ανεπάρκεια σε λακτάση.
Η παρουσία στο γάλα μικροοργανισμών (ένζυμα) βοηθάει τα άτομα που παρουσιάζουν δυσανεξία, γιατί αυτά περιέχουν το ένζυμο γαλακτοσιδάση, το οποίο ενεργοποιείτε στο λεπτό έντερο και υδρολύει την προσλαμβανόμενη λακτόζη. Τρόφιμο που περιέχει το παραπάνω ενζυμο είναι το γιαούρτι, το οποίο συνιστάτε. Έχει βρεθεί ότι το ασβέστιο του γιαουρτιού απορροφάται φυσιολογικά από τα άτομα που δυσαπορροφούν τη λακτόζη, συνεπώς αποτελεί άριστη πηγή ασβεστίου. Σημαντικές πηγές θρεπτικών συστατικών από τα γαλακτοκομικά για τα άτομα που παρουσιάζουν το πρόβλημα είναι και τα τυριά λευκά ή κίτρινα (π.χ. φέτα, κασέρι).
Εκτός από τις φανερές πηγές της λακτόζης υπάρχουν και οι κρυφές, όπως επεξεργασμένα τρόφιμα στα οποία αναγράφονται οι όροι: ορός γάλακτος, καζεΐνη, λακτολβουμίνη, σκόνη γάλακτος μπορεί να περιέχουν σημαντική ποσότητες λακτόζης. Τροφές που μπορεί να περιέχουν κρυφές πηγές λακτόζης είναι τα μπισκότα, τα ζαχαρωτά, τα παξιμάδια, τα γλυκίσματα που απαιτούν ψήσιμο, οι σούπες, η μαργαρίνη και οι ντρέσινγκ σαλάτες.
Η λακτόζη μπορεί να περιέχεται και ως συστατικό πολλών φαρμάκων, αλλά προκαλεί συμπτώματα μόνο σε άτομα με σοβαρή δυσανεξία στη λακτόζη.

Κωνσταντίνος Αλ. Πετρόπουλος
Διαιτολόγος - Διατροφολόγος  

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗ


Η χοληστερόλη είναι παράδειγμα φυσικής ένωσης, που είναι απαραίτητος μεταβολίτης, αλλά δεν είναι θρεπτικό συστατικό. Ως μεταβολίτης, η χοληστερόλη αποτελεί ουσιώδες μέσο με το οποίο ρυθμίζεται η ρευστότητα των βιολογικών μεμβρανών. Αποτελεί τη μητρική ένωση των στεροειδών ορμονών, με τις ποικίλες και σπουδαίες φυσιολογικές δράσεις, αλλά και των χολικών οξέων που συμμετέχουν στην πέψη και απορρόφηση των λιπών. Δεν χαρακτηρίζεται απαραίτητο θρεπτικό συστατικό, επειδή ο οργανισμός μπορεί να συνθέσει την ποσότητα που χρειάζεται, όταν δεν υπάρχει στο διαιτολόγιο ικανοποιητική ποσότητα.
Η κακή της φήμη προέρχεται από το γεγονός ότι οι πλάκες σχηματίζονται στην εσωτερική πλευρά των αγγείων κατά την αθηροσκλήρωση κι έτσι, η χοληστερόλη με τους εστέρες της βρέθηκε να αποτελεί ένα από τα πολλά συστατικά τους. Αυτή η χοληστερόλη προέρχεται από τις λιποπρωτεϊνες του αίματος και ιδιαίτερα από τις LDL. Η συγκέντρωση της χοληστερόλης στο αίμα για ένα πληθυσμό κυμαίνεται σε ευρεία όρια. Εξαιρετικά αυξημένες τιμές χοληστερόλης είναι ένδειξη μεταβολικής ανωμαλίας, μερικές φορές γενετικής, που μπορεί να οφείλεται είτε στη μειωμένη απομάκρυνση λιποπρωτεϊνών, είτε στην αυξημένη σύνθεση χοληστερόλης, είτε στο συνδυασμό και των δύο αυτών παραγόντων. Αυτό δε σημαίνει ότι η υψηλή συγκέντρωση της χοληστερόλης είναι η αιτία της ανωμαλίας. Επομένως, η μείωση της χοληστερόλης του αίματος με ρύθμιση της διατροφής, αν επιτευχθεί, δε σημαίνει ότι αυτό επηρεάζει θετικά και την αιτία που προκάλεσε την αυξημένη συγκέντρωση της στο αίμα.
Ως προς τη συμμετοχή της διατροφής στην ολική χοληστερόλη του ανθρωπίνου σώματος υπάρχουν οι ακόλουθες πληροφορίες. Ένας ενήλικας περιέχει περισσότερα από 100gr χοληστερόλης. Οι περισσότεροι ιστοί είναι σε θέση να συνθέτουν χοληστερόλη, με διαφορετικό, ωστόσο, ρυθμό ο καθένας, αλλά ο ρυθμός αυτός επηρεάζεται δραστικά από την παρουσία της διαιτητικής χοληστερόλης. Υπάρχει συνεχής ανταλλαγή χοληστερόλης μεταξύ των ιστών και του αίματος. Η μέση ημιπερίοδος ζωής της χοληστερόλης των ιστών είναι της τάξης των ωρών. Υπολογίζεται ότι η ημερήσια σύνθεση αποδίδει περίπου 0,5-1gr ενώ 0,25-0,75gr περιέχονται σε ένα μέσο ημερήσιο διαιτολόγιο, από το οποίο μόνο το 50% απορροφάται. Αυτό σημαίνει ότι ο ενήλικας για την ικανοποίηση των αναγκών του συνθέτει 2-4 φορές περισσότερη χοληστερόλη από την ποσότητα που προσλαμβάνει με το διαιτολόγιο.

Ένας τρόπος μείωσης της χοληστερόλης του αίματος είναι η μειωμένη πρόσληψη. Ο τρόπος αυτός έχει περιορισμένες δυνατότητες, αφού ούτως ή άλλως η απορρόφηση είναι μερική. Πιο αποτελεσματική διαιτητική επίδραση ασκεί η αναλογία των πολυακόρεστων προς τα κορεσμένα λιπαρά οξέα. Τα κορεσμένα λιπαρά οξέα έχουν διπλάσια δυνατότητα αύξησης της χοληστερόλης από τη δυνατότητα που έχουν τα πολυακόρεστα να την μειώνουν. Η αναλογία πολυακορέστων προς κορεσμένα ίση με 0,5 σταθεροποιεί τη χοληστερόλη του αίματος, ενώ μεγαλύτερη έχει την τάση να τη μειώσει. Πάντως, η χοληστερόλη του αίματος φαίνεται να επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες όπως π.χ. το κάπνισμα, το άγχος, η γυμναστική, γι’ αυτό και είναι δύσκολο να προσδιοριστούν με ακρίβεια. Η άποψη, επίσης, ότι η βλάβη στα αγγεία δεν προκαλείται από τη χοληστερόλη, αλλά από οξειδωμένα προϊόντα της, ρίχνει το βάρος περισσότερο στην προστασία με αντιοξειδωτικούς παράγοντες.
Οι τροφές που περιέχουν καλής ποιότητας λίπη π.χ μονοακόρεστα (ελαιόλαδο) ή πολυακόρεστα(ψάρια, ξηροί καρποί) ή φυτικές ίνες (διαλυτές και αδιάλυτες) είναι οι τροφές που συμβάλουν στην μείωση της.
Συγκεκριμένα
1.  Φρούτα και λαχανικά, λόγω των φυτικών ινών που περιέχουν.
2.  Δημητριακά ολικής άλεσης, λόγω των φυτικών ινών που περιέχουν.
3.  Ολικής αλέσεως προϊόντα, (ψωμί, φρυγανιές, ρύζι, ζυμαρικά κλπ.), επίσης λόγω των φυτικών ινών που περιέχουν.
4. Λιπαρά ψάρια (σολομός, τόνος, σαρδέλα,), λόγω της παρουσίας των ω-3 λιπαρών οξέων που βρέθηκε ότι μειώνουν τη χοληστερίνη.
5.  Θαλασσινά τα όποια είναι παρεξηγημένη τροφή, γιατί όλοι θεωρούν ότι ανεβάζουν τη χοληστερίνη, ενώ το πιο σημαντικά διότι έχουν αντιφλεγμονώδη δράση.
6.  Ελαιόλαδο (πηγή μονοακόρεστων λιπαρών οξέων και κυρίως του ελαϊκού οξέος) το οποίο βρέθηκε συγκρινόμενο με τα κορεσμένα λιπαρά οξέα, μειώνει την ολική και την κακή χοληστερίνη, ενώ δεν επηρεάζει σημαντικά την καλή χοληστερίνη
7. Αλκοόλ και κρασί ( η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ και ιδιαίτερα του κόκκινου που περιέχει αντιοξειδωτικές ουσίες βοηθούν στην αύξηση της HDL).
8. Οι φυτοστερόλες που βρίσκονται , αποκλειστικά σε φυτικά τρόφιμα όπως σουσάμι, ηλιόσποροι, φιστίκια, σόγια, αρακάς, πίτουρο και αντίστοιχα λάδια, αλλά και κατάλληλα εμπλουτισμένες μαργαρίνες.
9.  Όσπρια όπως φακές, φασόλια, ρεβίθια, λόγω των φυτικών ινών που περιέχουν.
10.Άπαχα γαλακτοκομικά και κρέατα (χοιρινό και μοσχαρίσιο), κοτόπουλο, ψάρι χωρίς πέτσα..

Κωνσταντίνος Αλ. Πετρόπουλος
Διαιτολόγος - Διατροφολόγος